διανυκτερεύοντα

διανυκτερεύω
pass the night
pres part act neut nom/voc/acc pl
διανυκτερεύω
pass the night
pres part act masc acc sg
διανυκτερεύω
pass the night
pres part act neut nom/voc/acc pl
διανυκτερεύω
pass the night
pres part act masc acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανυκτερεύω — διανυκτερεύω, διανυκτέρευσα βλ. πίν. 19 Σημειώσεις: διανυκτερεύω : εύχρηστη η λόγια μτχ. ενεστώτα (διανυκτερεύοντα φαρμακεία) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.